Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Επιμύθιο

Διασχίζω τα σκονισμένα μονοπάτια κατά μήκος της ακτής.  Άρωμα πεύκου.  Ανθισμένες πικροδάφνες καψαλίζονται από το αλάτι των κυμάτων που χτυπούν ρυθμικά στους κιτρινοκόκκινους βράχους.  Τούτη η στιγμή κάποτε έφερνε την ευτυχία. Όχι πια!

Μυρωδιά φρέσκοτυπωμένου βιβλίου.  Επιτεύγματα, προσεκτικά τακτοποιημένα σε σελίδες, περισπούδαστα διαλεγμένες λέξεις, λεκτική μουσική για την τέρψη του πνεύματος.  Αρκούσε κάποτε μια ρουφηξιά από την παράγραφο για να φέρει την αγαλίαση.  Όχι πια!

Ο Hermann Hesse έγραψε κάτι που όταν το πρωτοδιάβασα, δάκρυσα:


Ich liebe Frauen, die vor tausend Jahren
Geliebt von Dichtern und besungen waren.

Ich liebe Städte, deren leere Mauern
Königsgeschlechter alter Zeit betrauern.

Ich liebe Städte, die erstehen werden,
Wenn niemand mehr von heute lebt auf Erden.

Ich liebe Frauen—schlanke, wunderbare,
Die ungeboren ruhn im Schoss der Jahre.

Sie werden einst mit ihrer sternebleichen

Schönheit der Schönheit meiner Träume gleichen

"Γυναίκες αγαπώ, που εδώ και χιλιάδες χρόνια ποιητές τις αγάπησαν και τις τραγούδησαν. Πόλεις αγαπώ που στα άδεια τους τείχη, αλλοτινές δυναστείες θρηνούν.  Πόλεις αγαπώ, που θα χτιστούν μια μέρα, όταν κανείς από εμάς δεν θα ζει στη γή.  Γυναίκες αγαπώ, λιγνές, θεσπέσιες, που κοιμούνται αγέννητες στη μήτρα του χρόνου.   Άπαξ και έλθουν, η ομορφιά τους σαν αστροφεγγιά θα φέγγει τα όνειρά μου."

Είναι αλήθεια πως το πέρασμα του χρόνου, σαν μια πατίνα αναισθησίας, αποξενώνει τον άνθρωπο από τις νεανικές του ευαισθησίες.  Ο Shopenhauer το θέτει πολύ εύστοχα όταν τονίζει την ανωτερότητα των γηρατειών απέναντι στα νιάτα καθώς οι ηλικιωμένοι δεν έχουν πάθη και ως πλάσματα ελεύθερα επιθυμιών λυτρώνονται ευκολότερα από τα δεσμά της βασανιστικής ζωής που όλοι μας διάγουμε.

Δικαίως ο αναγνώστης θα ρωτήσει τον συγγραφέα:  "Γιατί μας τα γράφεις όλα αυτά;  Τι άκυρη εισαγωγή είναι αυτή;"

Θα σου απαντήσω αγαπημένε μου αναγνώστη:

Όταν έφτιαξα τούτο δω το ιστολόγιο, ήθελα ένα βήμα προκειμένου να μπορέσω να εκφράσω όλα όσα μου ήταν δύσκολο να πω φέροντας την πραγματική μου ταυτότητα.  Ως μέλος της κοινωνίας και του επαγγελματικού κλάδου μου, οφείλω να είμαι αβρός, διακριτικός, ενίοτε να παραβλέπω αρκετά.  Συν και τω καιρώ, η διαδικτυακή μου φιγούρα απέκτησε αναγνώστες, γνωριμίες και άτομα που με γνωρίζουν ιδίοις όμμασι έψαξαν να διαβάσουν τα γραφόμενά μου, ακόμη κι η σύντροφος μου ψαχουλεύει τα κείμενα μου.  Στην αρχή, είπα, θα συνεχίσω κι ας με γνωρίζουν.  Μετά όμως είχα δεύτερες σκέψεις.  Πώς θα γράψω φερ' ειπείν για "Δωρεάν Τσαρλατάνους" όταν κάποιοι από τους εισηγητές τέτοιων προωθητικών σεμιναρίων τυγχάνουν συνάδελφοί μου, συμφοιτητές μου, ή γνωστοί μου;  Πώς θα επιχειρηματολογήσω κατά επαγγελματιών του κλάδου, όταν την προηγούμενη ημέρα είχαμε συνάντηση για ενδεχόμενη συνεργασία;  Υποθέτω κάποια καρικατούρα του Frank Underwood να μπορούσε να τα μεθοδεύσει όλα αυτά, αλλά και πάλι μια περσόνα τύπου Underwood θα είχε κάποιο όφελος με το να γράψει, δημοσιεύσει, ή προωθήσει κείμενα, κι εγώ δεν αποκομίζω κάτι περισσότερο από την ψυχική μου ικανοποίηση όταν συγγράφω.  Όμως, δεν μπορώ να το κάνω πλέον όπως θα ήθελα.  Είμαι γνωστός.  Είμαι τόσο γνωστός που πρώην μου μπορεί να μου στείλει μήνυμα "ωραίο το τελευταίο σου κομμάτι"...  Βλέπετε, τα πραγματικά ωραία διαβάζονται διαμοιρασμένα από ανώνυμους σε ανώνυμους, μέσω Tor, σε anonymous server.  Όταν, δεν συμβαίνει αυτό, ή επιλέγει κανείς να γράφει για τις παρουσίες των επωνύμων στη Μύκονο, ή κάποια μέρα του χτυπούν το κουδούνι επειδή τάχα μου του κλέβουν το αυτοκίνητο και καταλήγει σαν τον Γκιόλια.

Ως εκ τούτου, μετά από πολλές σκέψεις και υπαναχωρήσεις, θα σας αποχαιρετήσω με ένα ακόμη ποίημα του Hermann:


Μέχρι στιγμής έχω γευτεί όλους τους θανάτους 
και θα πεθάνω γι' άλλη μια φορά 
γνωρίζοντας το θάνατο του ξύλου μες στο δέντρο , 
το θάνατο της πέτρας στο βουνό , 
το θάνατο της γης στην άμμο ,
το θάνατο των φύλλων στου θερινού χόρτου το θρόισμα 
κι ακόμα το φτωχό , αιματηρό θάνατο του ανθρώπου . 

Όμως θα ξαναγεννηθώ ανθός , 
δέντρο και χλόη θα ξαναγεννηθώ ,
ψάρι κι ελάφι πουλί και πεταλούδα .
Και μέσ' από την όποια μου μορφή 
η νοσταλγία θα μ' ανεβάσει και θα φτάσω 
τον ύστερο πια πόνο 

τον πόνο των ανθρώπων . 



Sic Felix