Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Τα Φώτα



Χιονόνερο.  Έξω από την μπαλκονόπορτα.  Και μέσα στην ψυχή μας.  Όλη τη νύχτα ο αέρας χάϊδευε την πόρτα που είχα φροντίσει να κρατήσω κλειστή.  Μέσα στον ύπνο μου, ένιωθα πως ο Ουριήλ ετοιμαζόταν να εισέλθει στο δωμάτιο.  Θα ξύπνησα πολλές φορές, μόνο και μόνο για να βεβαιωθώ πως ο κόσμος μου ήταν εν τάξη.  De oculo morali.  Κάποια στιγμή το φως άρχισε να τρυπώνει από τις χαραμάδες.  Ήμουν και πάλι ασφαλής!
 
Υπάρχουν στιγμές που νομίζω πως μου μιλάει ο Θεός.  Μέσα από τα δέντρα, τον ήλιο, τη θάλασσα και τη μουσική, ο δημιουργός εισβάλλει στη συνείδηση μου.  Είναι εκείνες οι ώρες που αισθάνομαι ταπεινός και εύθραυστος.  Ένα τίποτα μέσα στην αιωνιότητα.  Αναρωτιέμαι, γιατί βρίσκομαι εδώ, τι έχει να κερδίσει η κτίση από εμένα.  Εντάξει, φύτεψα κάποια δέντρα και έκανα μερικούς ανθρώπους ευτυχισμένους, όμως πέρα από αυτό τι γυρεύω εγώ εδώ κάτω; 
 
Φύσις νοερή, αεικίνητη, αυτεξούσια, ασώματη και κατά χάριν αθάνατη.
 
Κι εμείς τι;  Κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας πως είμαστε παντοδύναμοι και πανίσχυροι.  Πως ελέγχουμε το περιβάλλον μας και τις ζωές μας.  Ως την ώρα που οφείλουμε να δώσουμε λόγο για τις πράξεις και τα έργα μας.  Και τότε, ακαριαία, θα αντιληφθούμε πως ο δρόμος που τραβήξαμε δεν ήταν ο ενδεδειγμένος. 
 
Εδώ και πολλά χρόνια πασχίζω να αντιληφθώ τη σχέση μου με την τέχνη.  Ακροπατώντας ανάμεσα στο ρόλο του μαικήνα και του στοχαστή, η προσέγγιση μου απέναντι στην τέχνη έχει καθορίσει πολλές αποφάσεις που έλαβα στη ζωή μου.  Πάντοτε ωστόσο καταλήγω με την απορία:  Ποιο είναι το ανθρώπινο, πεπερασμένο αισθητήριο της καλαισθησίας;  Είναι οι κανόνες της αρμονίας επίκτητοι;  Είναι τα μουσικά μέτρα, οι χρωματικοί συνδυασμοί, οι αναλογίες της φόρμας το καταπιεσμένο απομεινάρι της χαμένης θείκής φύσης του ανθρώπου;  Ακόμα και σε εκείνες της άγουρες εποχές που οι έφηβοί νέοι κυνηγούσαν τα κοριτσάκια στα αλσάκια, εγώ θυμάμαι να αναζητώ πορσελάνες στο Capodimonte.   Αν με ρωτήσεις, η θεώρηση μου προς εκείνα τα κοριτσάκια που σήμερα έχουν γίνει ολοκληρωμένες γυναίκες είναι ανάλογη:  Η γυναίκα ως έργο τέχνης.

Όσο περνούν τα χρόνια, όλο και λιγότεροι με αντιλαμβάνονται.  Όσο περνά ο καιρός, τόσο απομακρύνομαι από τα τετριμμένα και τα καθημερινά, προκειμένου να γεύομαι τα ευγενή και τα εξαιρετικά.  Η μοναδική αξία που μπορεί να έχουν τα χρήματα στη δική μου ζωή ειναι η τέχνη που μπορούν να αγοράσουν.  

Κατά έναν ακατανόητο λόγο, στην κοινωνία μας η ομορφιά και η αρτιότητα ταυτίζονται με την πολυτέλεια.  Κακώς, κάκιστα!  Σαφώς και υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δεν μπορούν να έχουν Christofle σερβίτσια στην τραπεζαρία των, ελαιογραφίες του Γύζη στο σαλόνι, ούτε βέβαια να φορούν ένα Vacheron στον καρπό.  Παραδόξως όμως, υπάρχουν άνθρωποι που αγοράζουν γαρύφαλα για να πετάξουν σε λαϊκούς τραγουδιστές, ξοδεύουν χρήματα για να αλλάξουν μπουρί σε ένα Subaru Impreza, ή τρώνε σε χασαποταβέρνες με πρόγραμμα, κάνοντας τριψήφιους λογαριασμούς. 

Παίζουμε με αυτούς τους διαόλους τις μετοχές σε όλες τις αγορές του κόσμου για να βγάλουμε κάποια χρήματα.  Τα οποία στη συνέχεια ξοδεύουμε σε τι;  Ποτά, τσιγάρα, βενζίνες, ακριβοθώρητες γκόμενες και φαγητό που μετά από λίγες ώρες αδειάζουμε σε μια λεκάνη τουαλέτας.  Αγοράζουμε έπιπλα από το ΙΚΕΑ, ντυνόμαστε στο Glou και στολιζόμαστε στα Jumbo.   Εντάξει, όσο φτάνει το χέρι μας θα πουν κάποιοι.  "Really?"  Θα απαντήσω.  Φτάνει το χέρι για ξαπλώστρα στην παραλία, έτοιμο φαγητό, διακοπές σε θέρετρο, μπουζουκοκατάσταση και Iphone; 

Ενώ δεν φτάνει ας πούμε για ένα γραφείο στυλ directoire, ένα κουστούμι sur mesure, μηχανικό ρολόϊ και χρυσά μανικετόκουμπα.  "Köyhällä ei ole varaa halpaan", λένε οι Φινλανδοί, δηλαδή "ένας φτωχός άνθρωπος δεν αντέχει οικονομικά να αγοράζει φθηνοπράγματα."  Φθηνοπράγματα όπως ένα ζευγάρι παπούτσια που δεν θα αντέξουν ως την επόμενη σαιζόν, ένα κινητό τηλέφωνο που πλέον ούτε η μπαταρία του αντικαθίσταται, ένα κόσμημα από επιπλατινωμένο τσίγκο. 

Όλη η Αθήνα, μυρίζει καμμένο ξύλο.  Οικογένειες καίνε ό,τι βρούνε για να ζεσταθούν, ενώ στους κάδους, μελαψοί τύποι με καρότσια του σουπερμάρκετ σαλτάρουν προκειμένου να βρουν κανένα κομμάτι αλουμίνιο, μεταλικές κονσέρβες, ό,τι να'ναι.  Όλη η Αθήνα, καίει δρυ, ελιά και οξυά και στα σπίτια τους έχουν έπιπλα από συμπιεσμένο ροκανίδι με σταμπωτό βακελίτη.  Όλοι οι Πακιστανοί των Αθηνών μαζεύουν μεταλικά αντικείμενα που πουλούν στα χυτήρια κι εμείς δίνουμε τα ωραία μας χρήματα για να προμηθευτούμε πλαστικά.  Πλαστικά κινητά, πλαστικές ηλεκτρικές συσκευές, προσεχώς και πλαστικά αυτοκίνητα, χαλιά από πολυπροπυλένιο, πουλόβερ ακρυλικής ίνας και κουβέρτες fleece του σωρού.  Εντωμεταξύ, οι σαράφηδες, μαζεύουν ό,τι μπορεί να έχει πραγματική αξία, δίνοντας μας σαν αντάλλαγμα χαρτιά που επάνω γράφουν "Ευρώ".  Κι ενώ το χρυσό κόσμημα της γιαγιάς μας ξελάσπωσε όταν δεν είχαμε να πληρώσουμε την εισφορά "αλληλεγύης", το pendant alloy που μας άφησε ο Τσαγκαράκης 90€ από 1500€ εκτίμηση, δεν πιάνει ούτε το εισιτήριο του λεωφορείου μέχρι τη Β. Κωνσταντίνου, αν τυχόν θελήσουμε να το δώσουμε.

"Κλείνω τα μάτια προκειμένου να δω", είπε ο Gauguin.  Διακρίνω μεγάλα παράθυρα με βαρύτιμο διάκοσμο, μπρούτζινες λεπτομέρειες, μυθολογικές φιγούρες ζωγραφισμένες από προικισμένους καλλιτέχνες, κρύσταλλα δουλεμένα με τέχνη, δάπεδα τόσο όμορφα που θα μπορούσαν να είναι πίνακες.  Έξω, κλαδεμένα πυξάρια, παρτέρια με προύνους, παρθενοκισσούς και λεμονιές.  Αρμονία, όσο φτάνει ο ορίζοντας.

Ανοίγω τα μάτια, βλέπω κεραίες τηλεόρασης, καμινάδες που καπνίζουν, αυτοκίνητα χρέπια χωρίς πινακίδες αφημένα να σαπίσουν, σκυλόσκατα στα πεζοδρόμια, γκρίζα χρώματα, σκουπιδοσακούλες που κρέμονται σε μπλε κάδους. 

Θα κλείσω καλύτερα πάλι τα μάτια...