Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Η Τσιγγουνιά Είναι Μαγκιά!



Πού θα πάτε διακοπές φέτος;
Στην Αντίπαρο.
Α....  Ωραία επιλογή, ήσυχη.
Μην το λες, ή κατάσταση δεν είναι όπως τότε που είχες πάει.  Το νησί έχει βελτιωθεί....

Η συζήτηση μεταξύ τυριού και αχλαδιού με διαδικτυακή φίλη, εκεί στις ώρες του χασίματος, περιμένοντας κάτι να συμβεί, ή τέλος πάντων να έρθει η ώρα να πας στο σπίτι.

Ναι, που λες, η κατάσταση έχει φτιάξει.
Δηλαδή;
Έχει οργανωμένες παραλίες, μπαράκια και τέτοια.

Ειλικρινά, πάσχιζα να αντιληφθώ πως στα μάτια ενός περιηγητή, το να πηγαίνει στην Αντίπαρο και να του ζητούν χρήματα για να ξαπλώσει στην παραλία, ενώ παραδίπλα ημίγυμνες εικοσιπεντάχρονες θα δέχονται γύρους σφηνάκια λικνιζόμενες προς τέρψη αξύριστων ελληναράδων, είναι δείγμα προόδου και "βελτίωσης".  Άλλοι καιροί άλλα Ήθη.

Όταν η δική μου γενιά ενηλικιωνόταν, στις παραλίες πήγαινες με την εξάρτυση σου.  Αν ήθελες σκιά, έπαιρνες ομπρέλα, αν ήθελες νερό το κουβαλούσες από το σπίτι, αν επιθυμούσες να ξαπλώσεις, μετέφερες ψάθα -όχι πετσέτα- ψάθα.  Αν πιθανολογούσες πως θα πεινούσες κατά τη διάρκεια του μπάνιου σου, έφτιαχνες και κανένα ψωμοτύρι και το'ριχνες στην τσάντα.  Εξάλλου στην επιστροφή, σίγουρα θα σταματούσες για παγωτάκι.

Οι διακοπές στα ελληνικά νησιά είχαν κι αυτές έναν αποπνέοντα πρωτογωνισμό.  Νοικιασμένο παπί, μετά ποδαρόδρομο από τον χωματόδρομο μέχρι το κύμα, εσύ, η παρέα σου και ο Θεός.  Την πρώτη φορά θυμάμαι που κατέβηκα στη Σαντορίνη στα τέλη της δεκαετίας του '70 δεν υπήρχε ούτε ο Αθηνιός.  Μας πήραν οι λεμβούχοι και ανεβήκαμε με τα μουλάρια. 

Στις μέρες μας, η ενζενύ, κόρη επιχειρηματία και απόφοιτος ιδιωτικού κολλεγίου, απαιτεί να της φέρνουν τον καφέ της στην ακροθαλασσιά.  Τι κι αν κουβαλάει μια τσάντα θαλάσσης, μεγαλύτερη από το σάκο που πήρα για όλο το Σαββατοκύριακο, ο capuccino freddo και η baguette με γαλοπούλα οφείλουν να σερβιριστούν στην ξαπλώστρα με το εμφιαλωμένο μέσα στην σαμπανιέρα.

Αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν ούτε στην promenade des Anglais στην Νίκαια.  Εκεί, τα παραθαλάσσια εστιατόρια και καφέ κρατούν κομμάτια της παραλίας για τους πελάτες τους, όμως η υπόλοιπη παραλία είναι ελεύθερη για όλους και όλοι, μα ΟΛΟΙ κουβαλούν μαζί τους ό,τι χρειάζεται, προκειμένου η διαμονή τους παρά θιν αλός να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο ευχάριστη.

Στην Ελλάδα των 1.5 εκατομμυρίων ανέργων, ο σημερινός νέος, θεωρεί γυφτιά τις αξίες που έδωσαν στους γονείς του τη δυνατότητα να τον μεγαλώσουν:  Την οικονομία, την αποταμίευση και την προνοητικότητα.  Οι σημερινοί 60άρηδες επένδυσαν πριν 30 χρόνια σε "παραθαλάσσια οικόπεδα" που στη συνέχεια έγιναν εξοχικά, προκειμένου να μη χρειάζεται σήμερα να τους πιάνει τον κώλο ο κάθε γαμοξενοδόχος.  Μαγείρευαν το φαγητό τους με υλικά που προμηθεύονταν σε μπακάλικα, κι αυτά τα υλίκά ήταν τα υλικά του τόπου των.  Δεν περίμεναν τον ντελιβερά να τους φέρει ρόκα παρμεζάνα και μπιφτέκι ολαντέζ.  Αν έπαιρναν τα γράμματα πήγαιναν και σπούδαζαν για να προκόψουν.  Αν πάλι όχι, μάθαιναν μια τέχνη.  Δεν κοπροσκύλευαν από εξεταστική σε εξεταστική για να καταλήξουν στο τέλος απόφοιτοι τμήματος λογιστικής του ΤΕΙ Κοζάνης.

Οι σημερινοί 60άρηδες δεν ντρεπόντουσαν να μπουν στο λεωφορείο σαν τις σημερινές δεσποινίδες των 900€ μικτών που πληρώνουν καθημερινά 15€ ταξί γιατί τα λεωφορεία "έχουν μέσα Πακιστανούς".  Οι σημερινοί 60άρηδες καβαλούσαν τη βέσπα, έπαιρναν από το σπίτι το "βασανάκι" και ροβόλαγαν κατά την παραλία, με ό,τι είχε μέσα η τσέπη τους.  Δεν τράβαγαν δυο μισθούς, για να κλείσουν στο St. Barth για να πουλήσουν μούρη στη γκόμενα που ψάρεψαν πριν τέσσερις μήνες στο Villa. 

Σε όλους τους τόπους που έχω ταξιδέψει, οι τοπικές κοινωνίες κάνουν ό,τι μπορούν προκειμένου να εξοικονομήσουν πόρους για τους κατοίκους των καταρχάς, και δευτερευόντως για τους επισκέπτες των.  Στις εξοχές της Μαδέρας, χτιστά barbeque περιμένουν τους εκδρομείς για να ψήσουν.  Στα χωριά της Ισλανδίας, αγρότες φιλοξενούν αντί ευτελούς αντιτίμου τους ταξιδιώτες, οι οποίοι κοιμούνται σους υπνόσακους που κουβαλούν μαζί τους.  Στη γαλλική Ριβιέρα, camping δέχονται τους επισκέπτες που δεν θα μπορούσαν ποτέ να μείνουν στο Negresco.  Στη Γερμανία, φούρνοι μικροκυμάτων στα σούπερμάρκετ, διευκολύνουν τους εργαζόμενους στο να φάνε ένα φθηνό γεύμα που αγοράζουν προκατεψυγμένο.  Στην Αυστρία, κρήνες στις πλατείες ξεδιψούν τους τουρίστες.  Στην Ελλάδα.....

Στην Ελλάδα, είναι γυφτιά να μην ΠΛΗΡΩΣΕΙΣ ΞΑΠΛΩΣΤΡΑ στην παραλία, να μην παραγγείλεις σάντουϊτς και να μην καταναλώσεις τουλάχιστον τρεις μπύρες.  Στην Ελλάδα είναι καρμιριά να μείνεις σε σκηνή, γιατί σε σκηνές μένουν μόνο οι ΚΝΙΤΕΣ, και κάτι τελειωμένοι που πάνε μόνο Ελαφονήσι.  Στην Ελλάδα είναι πολύ Β να μετακινείσαι με το λεωφορείο ακόμη κι αν θες να πας σε συναυλία στο ΠΑΛΛΑΣ, όπου το parking θα σου στοιχίσει 17€ για τρεις ώρες.  Στην Ελλάδα, δεν νοείται να γεμίσεις νερό από το ψυγείο σου για να πίνεις, κάνοντας τα ψώνια σου στην Ερμού.  Οφείλεις να το πάρεις από το περίπτερο.  Στην Ελλάδα τέλος,  δεν σου επιτρέπεται να πεις πως δεν μαλακιζόσουν στο ΙΕΚ ΜΑΧΛΕΠΑΣ,  ξεσκίζοντας ουσιαστικά τις οικονομίες του πατέρα σου, αλλά δούλευες σερβιτόρος, και με όσα αποταμίευσες τώρα άνοιξες ένα δικό σου καφέ.  Διότι ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, είναι chic absolu  να είσαι άνεργος δικηγόρος που αν και 35άρης μένεις με τους γονείς σου, οι οποίοι και σε συντηρούν, αλλά tres banal να δουλεύεις οικοδομή και στα 35 σου να έχεις οικογένεια, την οποία και συντηρείς ο ίδιος.

Και μετά μου λέτε "δεν φτάνουν τα χρήματα" ε; 

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Ultima Thule


By a route obscure and lonely, haunted by ill angels only,
Where an Eidolon, named Night, on a black throne reigns upright,
I have reached these lands but newly, from an ultimate dim Thule –
From a wild weird clime, that lieth, sublime, out of space - Out of time.


Μερικοί θεωρούν πως το ιστολόγιο μου οφείλει να είναι η μελωδία της ευτυχίας.  Να περιγράφει ειδυλλιακές στιγμές, έκπαγλες εικόνες, να δίνει και κανένα tip για τις αγορές.  Κι ο αναγνώστης "Αργύρης Ηλίας" πολύ στενοχωρήθηκε που η προηγούμενη μου ανάρτηση απέπνεε έναν αέρα μιζέριας.  Ξέχασε φαίνεται πως εδώ δεν είναι το "People", ούτε η "Espresso" αλλά ένα μέσο διάχυσης απόψεων και επικοινωνίας.  Μου μήνυσε λοιπόν πως "με το να διαφημίζω τη μιζέρια μου δεν κερδίζω ούτε τη λύπη του".  Μάλλον τη λύπηση του θα εννοούσε, αλλά τι τα θέτε, ο αναγνώστης "Αργύρης Ηλίας" δεν είναι κανένας λόγιος, ΕΛΔΕάρχης είναι.  Ξέρετε δα πως είναι τούτοι οι ΕΛΔΕάρχες: Καλοζωισμένοι brokers που αντί να ξεπλένουν χρήμα αγοράζοντας χρυσαφικά και τζοβαϊδια,  μοστράρονται για ειδήμονες και γκουρούδες των κεφαλαιαγορών.  Κάτι πρέπει να του είχα πει αυτού του γκουρού παλιότερα στο δικό του ιστολόγιο -ξέρετε- πάνω στην κλασσική γκουρουδιάρικη μαντεψιά "το δολλάριο θα πάει επάνω αν σπάσει το 1,315, κάτω αν περάσει το 1,345 ενώ αν μείνει στο εύρος, δεν μπορούμε να περιμένουμε και πολλά" και μου τη φύλαγε.  Μου τη φύλαγε ο γκουρού που λέτε και μόλις του έδωσα την ευκαιρία -τσουπ- να το το σχολιάκι.  Κοίτα να δεις όμως σε ποιο μέρος με βρήκε το σχόλιο του μέτριου....



Bottomless vales and boundless floods, and chasms, and caves, and Titian woods,
With forms that no man can discover, for the dews that drip all over;
Mountains toppling evermore Into seas without a shore;

Προφανώς, κάποιοι νομίζουν πως με το να γράψουν μια απύθμενη παπαριά και να τη στείλουν για σχόλιο, μου κάνουν τη μούρη ραβιόλια.  Η πραγματικότητα βέβαια είναι πως η επίδραση που μπορεί να έχει ένα παρόμοιο κακεντρεχές σχόλιο στην αυτοπεποίθηση μου δεν είναι μεγαλύτερη από το ειδικό βάρος μιας μεμονωμένης ρέγγας στο μενού της megaptera novaeangliae.  Γιατί σε αντίθεση με τον βιοπαλαιστή ΕΛΔΕΑρχή/Γκουρού, ΕΓΩ δεν απαιτείται να ΑΠΟΔΕΙΞΩ ΤΙΠΟΤΑ.  Δεν γράφω προς άγραν πελατείας, ούτε θέλω να προβάλλω τις ικανότητες μου περί των αγορών.  Γράφω για το κέφι μου, όταν θέλω, όπως θέλω, με τον τρόπο που θέλω και υπό της συγκεκριμένης ιδιοσυγκρασίας της μέρας, χαρούμενα όταν επιβάλλεται, επιφυλακτικά όταν απαιτείται και -ναι ρε ΠΑΠΑΡΑ ΕΛΔΕάρχη- μίζερα όταν δέκα ανεγκέφαλοι κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να μου χαλάσουν τη μέρα. 



Seas that restlessly aspire, surging, unto skies of fire;
Lakes that endlessly outspread their lone waters, lone and dead, —
Their still waters, still and chilly with the snows of the lolling lily.


Κάποιοι άλλοι αναγνώστες πάλι, απλώς χαίρονται που με διαβάζουν.  Και αυτή τους η τέρψη μεταφέρεται στη συνέχεια στα δικά μου μάτια.  Μετασχηματίζεται σε λέξεις και ομορφα λόγια.  Στολίζεται με λαμπρές εικόνες.  Και τότε, ίσως το ιστολόγιο, για λίγο, βάζει τα καλά του και γίνεται πραγματικά η μελωδία της ευτυχίας.   Κι ενώ για ώρες και ώρες, η σκέψη κενή τριγυρίζει χωρίς προορισμό...


... βρίσκει τον δρόμο της και όλα ξεκαθαρίζουν όπως ο ήλιος διώχνει την πάχνη από τις βαθιές κοιλάδες.  Και οι ιδέες, χειμαρώδεις ξεχύνονται όπως τα ρυάκια από τα σκοτεινά βουνά στο φως.



Υπάρχουν πολλά πράγματα που μου είναι δύσκολο να περιγράψω.  Ξεκινώ να μιλήσω για αυτά, έχοντας την εικόνα ολοκληρωμένη μέσα στο μυαλό μου, κι όμως, η γλώσσα αρνείται να ανοίξει την πόρτα της στις σκέψεις που συνωστίζονται στο νου.  Και μένω με το στόμα κλειστό μη μπορώντας να εκφράσω όλα εκείνα που ήθελα να πω.  Όταν λοιπόν διάβασα το σχόλιο του φίλτατου ΨουΞ, βρισκόμουν εδώ:



Μου είχε έρθει μόλις ειδοποίηση για τα trailing stops της NBG και μπήκα για να ενημερωθώ για τα trades.  Το πόση λίγη σημασία βέβαια μπορεί να έχει ένα trade σε ένα μέρος σαν κι αυτό  (http://www.stykk.is/webcam.html) είναι προφανές, οπότε επικεντρώθηκα περισσότερο σε άλλες δραστηριότητες.  Υποσχέθηκα λοιπόν να τράβηξω μερικές φωτογραφίες για τον φίλο ΨουΞ, γιατί εκεί ήταν που ένιωσα ένα αληθινό τίμιο και ειλικρινές σχόλιο από έναν άνθρωπο που δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου και πιθανότατα δεν θα συναντήσω ποτέ.  Εκείνη τη στιγμή όμως, αισθάνθηκα σαν να τον γνωρίζω.

ΨουΞ αυτές οι τρεις φωτόγραφίες είναι για σένα:


By the lakes that thus outspread their lone waters, lone and dead, —
Their sad waters, sad and chilly with the snows of the lolling lily, —
By the mountains — near the river murmuring lowly, murmuring ever, —
By the gray woods, — by the swamp where the toad and the newt encamp, —
By the dismal tarns and pools where dwell the Ghouls, —
By each spot the most unholy —
In each nook most melancholy, —
There the traveller meets aghast
Sheeted Memories of the Past —
Shrouded forms that start and sigh as they pass the wanderer by —
White-robed forms of friends long given, in agony, to the worms, and Heaven.